Πώς είναι όνειρα να χτίζεις στο χορτάρι
Η λιγότερο γνωστή ιστορία του Μανουέλ Πελεγκρίνι, το πώς οι σπουδές του ως μηχανικός επηρέασαν την προπονητική σκέψη του και το όνειρο για μια άλλη ζωή που δεν θα είχε ποδόσφαιρο, αλλά πιάνο και τραγούδι.
To παρατσούκλι του Μανουέλ Πελεγκρίνι είναι «Μηχανικός». Ο λόγος προφανής καθώς στην πραγματικότητα είναι μηχανικός. Αλλά ο ίδιος πιστεύει ότι έχει την ψυχή ενός ζωγράφου ή ίσως και ενός πιανίστα. Τον παρακινεί η αισθητική, είτε αυτή που βρίσκει στα πορτρέτα της ιταλικής Αναγέννησης τα οποία λατρεύει είτε σε έναν άψογο διακοσμητικό σταυρό με ένα εντυπωσιακό φινίρισμα. «Στο πώς θέλω να παίζει η ομάδα μου, προσπαθώ να αντανακλώ τον θαυμασμό που έχω για τους καλλιτέχνες και την τέχνη» λέει.
Γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1953 σε οικογένεια παλαιστινιακής καταγωγής. Eίναι γνωστό ότι η χώρα της Λατινικής Αμερικής φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες παλαιστινιακές κοινότητες εκτός Μέσης Ανατολής και αυτή η πολιτισμική ταυτότητα επηρέασε την κοσμοθεωρία του 73χρονου σήμερα προπονητή.
Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η μόρφωση είχε κεντρικό ρόλο. Οι γονείς του επέμεναν τόσο στις σπουδές όσο και στην πειθαρχία, στοιχεία που ο ίδιος μετέφερε αργότερα και στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή του.
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι ταλαντούχοι νεαροί ποδοσφαιριστές εγκατέλειπαν την εκπαίδευση για να αφοσιωθούν στο άθλημα, ο Πελεγκρίνι έκανε το αντίθετο. Αγωνιζόταν ως αμυντικός και ήταν τόσο σκληροτράχηλος που τον ονόμασαν Peligrosini (από το επώνυμό του και τη λέξη peligro που στα ισπανικά σημαίνει κίνδυνος), αλλά επέλεξε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Pontificia Universidad Católica de Chile, παρότι αγωνιζόταν παράλληλα στην Κλουμπ Ουνιβερσιδάδ.
To παράδοξο, βέβαια, είναι ότι ο ίδιος γιατρός ήθελε να γίνει, αλλά… κατέληξε στο τμήμα πολιτικών μηχανικών καθώς δεν έγραψε καλά στις εξετάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, οι σπουδές δεν ήταν μόνο μια πρακτική επιλογή, αλλά μια στάση ζωής. Δεν ήθελε να εξαρτά το μέλλον του αποκλειστικά από το ποδόσφαιρο και αντιλαμβανόταν την αθλητική καριέρα του ως κομμάτι μιας ευρύτερης προσωπικής ανάπτυξης.
Ο Πελεγκρίνι σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αλλά αφοσιώθηκε στο ποδόσφαιρο
Ο Πελεγκρίνι ολοκλήρωσε τις απαιτητικές σπουδές πολιτικού μηχανικού, αποκτώντας βαθιά γνώση μαθηματικών μοντέλων, στατικής και ανάλυσης συστημάτων.
Και τελικά αφοσιώθηκε στο ποδόσφαιρο. «Πάντα σκόπευα να γίνω ποδοσφαιριστής, αλλά όταν αποσύρθηκα, το σχέδιό μου ήταν η μηχανική. Αποφοίτησα στα 24, έπαιξα μέχρι τα 34. Είχα ξεκινήσει μια μικρή εταιρεία, αγόρασα κάποια γη, κατασκεύασα σπίτια. Αλλά είχα την τύχη να γνωρίσω τον Φερνάντο Ριέρα, ο οποίος προπονούσε τη Χιλή στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, την Μπενφίκα του Εουσέμπιο, στο Μεξικό, στη Γαλλία, σε πολλά άλλα μέρη. Μου ξύπνησε μια δυνατότητα που δεν ήξερα ότι είχα. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ήταν η σωστή απόφαση» θα πει πολλά χρόνια μετά, μετά από δεκαετίες στους πάγκους.
Και ίσως ο κόσμος της μηχανικής να είναι χαρούμενος που επέλεξα και το ποδόσφαιρο. Προσπάθησα να κάνω και τα δύο, αλλά ήταν αδύνατο. Αν μου λέγατε ότι θα εργαζόμουν στο εξωτερικό συνεχώς για 22 χρόνια σε έξι χώρες, ότι θα είχα την καριέρα που είχα...».
Όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά τον περιγράφουν ως έναν ήρεμο και εσωστρεφή άνθρωπο. ιδιαίτερα δεμένο με την οικογένεια και τις ρίζες του. Δεν είναι λάτρης της δημόσιας προβολής, ούτε επιδιώκει τη δημιουργία ενός «μύθου» γύρω από το πρόσωπό του. Δεν είναι αυτό κάτι που τον αφορά.
Η επίδραση των σπουδών του στο ποδόσφαιρο
Οι σπουδές του μπορεί φαινομενικά να έμοιαζαν άσχετες με το ποδόσφαιρο, αλλά στην πράξη τον βοήθησαν πολύ.
«Η μηχανική με έχει βοηθήσει πολύ» έχει πει ο Πελεγκρίνι. «Είναι ένα πολύ ακριβές γνωστικό αντικείμενο, απαιτητικό, που σε διδάσκει να σκέφτεσαι με μια συγκεκριμένη λογική, ακολουθία, μια σειρά προτεραιότητας». Ακόμα κι αν οι παίκτες δεν είναι κομμάτια... «Η διαχείριση της ομάδας είναι το πιο σημαντικό κομμάτι. Πάντα προσπαθούσα να τους δείξω ότι έχουν κάποιον εκεί που είναι κατάλληλος για να τους βοηθήσει. Γι' αυτό συνέχισα να μελετάω, για να βελτιώνω την κατανόησή μου, συμπεριλαμβανομένων και τομέων εκτός ποδοσφαίρου».
Πολλοί συνεργάτες του έχουν επισημάνει ότι οι προπονήσεις του είναι σχεδιασμένες με λεπτομέρεια και λογική αλληλουχία, θυμίζοντας περισσότερο εργαστήριο σχεδιασμού παρά παραδοσιακή προπόνηση.
Η προπονητική καριέρα του άρχισε σε ομάδες της πατρίδας του, για να ακολουθήσουν η Σαν Λορέντζο και η Ρίβερ Πλέιτ στην Αργεντινή, πριν κάνει το ταξίδι στην Ευρώπη για να αναλάβει για πέντε χρόνια τη Βιγιαρεάλ και πριν κάνει το μεγάλο βήμα στη Ρεάλ Μαδρίτης. Η μία σεζόν του στον πάγκο της «βασίλισσας» χαρακτηρίστηκε μεν από πολλούς ως αποτυχημένη, αν και ήταν μια από τις πιο παραγωγικές στην ιστορία της ομάδας που τερμάτισε με ρεκόρ 96 βαθμών. Είχε να διαχειριστεί παίκτες όπως ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Κακά, ο Καρίμ Μπενζεμά με ελάχιστο χρόνο συνοχής και αντιμετώπισε εσωτερικές διοικητικές πιέσεις.
Ακολούθησαν τρία χρόνια στη Μάλαγα και μετά το ταξίδι στην Premier League για τη Μάντσεστερ Σίτι, την οποία οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος την περίοδο 2013–14 με μια από τις πιο επιθετικές ομάδες της εποχής.
Δύο χρόνια μετά στο… εξωτικό πρωτάθλημα της Κίνας, επιστροφή στην Αγγλία για τη Γουέστ Χαμ και το 2020 μπήκε στη ζωή του η Μπέτις.
Η ιδιαίτερη σύνδεση του Πελεγκρίνι με την Μπέτις
Η δουλειά του στην ομάδα της Ανδαλουσίας είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεθοδικότητάς του. Όταν ανέλαβε, η Μπέτις αλλαζε προπονητή σχεδόν κάθε χρόνο και βρισκόταν σε φάση αστάθειας. Τι κατάφερε ο Πελεγκρίνι; Της έδωσε αγωνιστική ταυτότητα βασισμένη σε τεχνική ποιότητα και πειθαρχία, την επανέφερε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, την οδήγησε στην κατάκτηση του Copa del Rey το 2022, έναν τίτλο με τεράστια συμβολική σημασία για τον σύλλογο και αυτά χωρίς να βασιστεί σε μεγάλα μπάτζετ. Σε όλη την ιστορία της, η Μπέτις είχε κερδίσει τρία τρόπαια από το 1930.
«Η Μπέτις είναι ξεχωριστή: δεν μπορεί να ανταγωνιστεί οικονομικά μεγάλους συλλόγους, αλλά έχει μια βάση οπαδών τόσο καλή όσο οποιοσδήποτε άλλος, μια πολύ μεγάλη ομάδα ισάξια με τη Ρεάλ Μαδρίτης, την Ατλέτικο Μαδρίτης, την Μπαρτσελόνα. Είναι πολύ παρόμοια με τη Γουέστ Χαμ: μια τεράστια βάση οπαδών, πάντα δίπλα στην ομάδα, ελπίζοντας να φτάσει την Τσέλσι, την Άρσεναλ, την Τότεναμ οικονομικά και να τους ισοφαρίσει σε οπαδούς. Ακόμα καλύτερα. Με την Μπέτις είναι το ίδιο. Πρέπει να διαχειριστείς αυτή τη φιλοδοξία, να διασφαλίσεις ότι δεν θα τους απογοητεύσεις» είναι τα λόγια του Χιλιανού τεχνικού για την ομάδα με την οποία ταυτίστηκε.
Όλα αυτά συνθέτουν μια 36χρονη καριέρα ως προπονητής, περισσότερα από 50 χρόνια στο ποδόσφαιρο…
«Το ποδόσφαιρο δεν θα λύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα»
Αν έχει επικριθεί για κάτι όλα αυτά τα χρόνια; Είναι κάτι που δεν αφορά το ποδόσφαιρο καθαυτό. Δεν έχει πρόβλημα να δηλώσει απολιτίκ, να πει ότι το ποδόσφαιρο και οι άνθρωποί του δεν έχουν λόγο να «χρησιμοποιούνται» ως ένα μέσο για να περάσουν μηνύματα στην κοινωνία. «Το ποδόσφαιρο δεν είναι για να λύνει τα ανθρώπινα δικαιώματα» δήλωνε το 2023 με αφορμή την παρουσία της Μπέτις στο Σούπερ Καπ Ισπανίας, που διεξήχθη στη Σαουδική Αραβία, χώρα με ιστορικό παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε ό,τι αφορά την πατρίδα του και την οδυνηρή περίοδο της δικτατορίας του Αουγούστο Πινοσέτ, μετά την ανατροπή του εκλεγμένου προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο Πελεγκρίνι έχει δηλώσει ότι η περίοδος της στρατιωτικής κυβέρνησης περιλαμβάνει πράξεις που είναι «αδικαιολόγητες», ιδιαίτερα όσον αφορά τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παράλληλα όμως έχει αναφέρει ότι η ιστορία της Χιλής πριν από το πραξικόπημα ήταν επίσης περίπλοκη και ότι η πολιτική κρίση της εποχής συνέβαλε στην κατάρρευση της δημοκρατίας. Η προσέγγισή του συχνά χαρακτηρίζεται ως πιο συντηρητική ή κεντροδεξιά, χωρίς όμως να ταυτίζεται πλήρως με τον λεγόμενο «πινoσετισμό».
Η ζωή του, φυσικά, δεν ήταν ποτέ μόνο η μπάλα.
«Φροντίζω να αφιερώνω μερικές ώρες την ημέρα σε άλλα πράγματα: βιβλία, μουσική, άλλα αθλήματα, στη μελέτη ιστορίας, λογοτεχνίας, γλωσσών». Περιγράφει τον εαυτό του ως «απολύτως αφόρητο» μετά από μια ήττα. Πρέπει τότε να υπάρχει μια διαφυγή. Έχει τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Κεν Φόλετ και τον Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε για να ξεφεύγει και λέει για αυτά που θα ήθελε να κάνει σε μια άλλη ζωή:
«Αν είχα μια άλλη ζωή, δεν θα την αφιέρωνα στο ποδόσφαιρο ή στη μηχανική. Θα την αφιέρωνα στη μουσική. Αγαπώ τη μουσική, ειδικά από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1980, συγκροτήματα που ακούγονται ακόμα και 40 χρόνια μετά από τις νέες γενιές. Θα μου άρεσε πολύ να παίζω πιάνο, θα μου άρεσε πολύ να τραγουδάω».