Ο Ρούμπεν Πέρεθ αποθέωσε τον Παναθηναϊκό στην Ισπανία: «Είναι σαν την Ρεάλ και την Μπαρτσελόνα»
Σε μία πολύ μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στη κολοσσιαία ισπανική ιστοσελίδα «AS», ο Ρούμπεν Πέρεθ μίλησε για τη ζωή στην Ελλάδα, στην οποία βρίσκεται τα τελευταία πέντε χρόνια, τον Παναθηναϊκό, τον οποίο εξίσωσε ως μέγεθος και ως απήχηση στον κόσμο με την Ρεάλ Μαδρίτης, την Μπαρτσελόνα και την Ατλέτικο, ενώ παράλληλα μίλησε και για την Κηφισιά, την οποία αισθάνεται ως «οικογένεια».
Στα 36 του πλέον, ο πολύπειρος μέσος έχει περάσει από πολλές ομάδες στην καριέρα του, όπως η σπουδαία Ατλέτικο Μαδρίτης, η Γρανάδα και η Λεγκανιές, ενώ στη χώρα μας έχει πραγματοποιήσει 118 συμμετοχές με τη φανέλα του Παναθηναϊκού, πανηγυρίζοντας και δύο κύπελλα (το 2022 και το 2024), αλλά και 19 εμφανίσεις με τη φανέλα της Κηφισιάς.
Για τη Λεγανές, με την οποία συνδέθηκε όσο λίγες ομάδες, ξεκαθαρίζει ότι δεν υπήρξε ποτέ επίσημη προσέγγιση για επιστροφή. Η αποχώρησή του, όπως λέει, έγινε σε πολύ καλό κλίμα και ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής αναδιάρθρωσης του συλλόγου μετά την αποτυχία ανόδου.
Στα 36 του, ο Ρουμπέν Πέρεθ δεν σκέφτεται ακόμη το τέλος. Παρότι έχει υπογράψει μονοετές συμβόλαιο με την Κηφισιά, δηλώνει πως νιώθει δυνατός και αποφασισμένος να συνεχίσει. Πρώτος στόχος είναι να ολοκληρωθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η σεζόν, σε μια χρονιά με σκαμπανεβάσματα, και από εκεί και πέρα, αν το επιτρέψουν σώμα και συνθήκες, δεν αποκλείει να παραμείνει στα γήπεδα για έναν ή δύο ακόμη χρόνια.
Αναλυτικά όσα ανέφερε για την Ελλάδα, τον Παναθηναϊκό και την Κηφισιά στην συνέντευξή του:
«Πολλοί το γνωρίζουν ήδη. Αυτός είναι ο πέμπτος μου χρόνος στην Ελλάδα. Έμεινα τέσσερα χρόνια στον Παναθηναϊκό και αυτός είναι ο πέμπτος, γιατί άλλαξα ομάδα και αγωνίζομαι στην Κηφισιά, που είναι επίσης ομάδα της Αθήνας».
Μέχρι να υπογράψετε, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε αυτή η ομάδα…
«Για να την καταλάβεις καλύτερα, εμένα μου θυμίζει πάρα πολύ τη Λεγανές που γνώρισα όταν υπέγραψα εκεί. Είναι ένας οικογενειακός σύλλογος, μια ομάδα που ανέβηκε φέτος κατηγορία. Είχε παίξει και πριν από δύο χρόνια στην Α’ Εθνική. Ο σύλλογος αποτελείται από πολύ λίγα άτομα. Είναι ένα πολύ κοντινό περιβάλλον, όπου έχεις άμεση επαφή με τον πρόεδρο όποτε θέλεις. Ο τεχνικός διευθυντής είναι κάθε μέρα στις προπονήσεις, όπως έκανε τότε ο Τσέμα Ίντιας. Γενικά, μου θυμίζει πολύ τη Λεγανές λόγω της οικειότητας και του οικογενειακού χαρακτήρα».
Τεράστια αλλαγή πάντως, γιατί ερχόσασταν από τον Παναθηναϊκό, που είναι γίγαντας.
«Στο τέλος της ημέρας, θέλεις δεν θέλεις, έρχεσαι από μια μεγάλη ομάδα και από πολλά χρόνια στη LaLiga, που για τους Έλληνες είναι πολύ σημαντικό. Δεν με αντιμετωπίζουν σαν σταρ, αλλά καταλαβαίνω τη σημασία που έχουν οι Ισπανοί παίκτες και, ειδικά, όταν προέρχεσαι από έναν μεγάλο σύλλογο όπως ο Παναθηναϊκός. Κάτι ξέρουν για σένα, δεν το αρνούμαι».
Σας σταματούν στον δρόμο;
«Ναι, αυτό ισχύει. Γιατί εδώ ο Παναθηναϊκός είναι όπως στην Ισπανία η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μπαρτσελόνα ή η Ατλέτικο. Ο κόσμος σε γνωρίζει».
Υπάρχει τόση τρέλα και πάθος στην Ελλάδα όσο φαίνεται απ’ έξω;
«Ναι, ναι… και μάλιστα τώρα είναι κάπως πιο ήρεμα. Τα προηγούμενα χρόνια, με τις φωτοβολίδες και όλα αυτά, υπήρχαν τιμωρίες και έκλειναν τμήματα του γηπέδου, και έτσι κάπως κατάφεραν να ηρεμήσει η κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες το ζουν πάρα πολύ. Εγώ, ως παίκτης, απόλαυσα απίστευτα τα χρόνια μου στον Παναθηναϊκό, με φοβερές ατμόσφαιρες»
Ένα ντέρμπι εκεί πρέπει να είναι πραγματικό ντέρμπι…
«Και τι ντέρμπι! Δεν μπορείς να το φανταστείς. Ο κόσμος το ζει, το νιώθει. Υπήρξαν φορές που ο αγώνας σταματούσε για 10-12 λεπτά γιατί δεν φαινόταν απολύτως τίποτα από τις φωτοβολίδες. Δεν είναι το πιο σωστό, γιατί είναι επικίνδυνο, αλλά ως ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα είναι εντυπωσιακό»
Ωραίο, αλλά με τεράστια πίεση.
«Ναι, η πίεση έχει και την καλή και την κακή πλευρά. Σε μια μεγάλη ομάδα όλα βιώνονται πολύ έντονα. Όταν τα πράγματα πάνε καλά, ζεις πολύ καλά. Όταν πάνε άσχημα, πρέπει να ξέρεις να ζεις με αυτή την πίεση. Δεν είναι εύκολο, πρέπει να είσαι πνευματικά δυνατός»
Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν επιστρέψατε στην Ισπανία…
«Όταν ήρθε η πρόταση του Παναθηναϊκού, υπέγραψα για δύο χρόνια με αρκετή αβεβαιότητα για το τι θα συναντήσω. Είχα τον Χουάνκαρ, που ήμασταν συμπαίκτες στη Μπέτις και στη Γρανάδα, και μου έλεγε να μην το σκεφτώ, ότι θα μου άρεσε πολύ και ότι η ποιότητα ζωής για την οικογένεια είναι πολύ καλή. Και έτσι έγινε. Όταν ήρθα, κατάλαβα ότι πήγαινα σε μια μεγάλη ομάδα, την καλύτερη της Ελλάδας, και το απόλαυσα πάρα πολύ».
Έχετε υπογράψει μόνο για έναν χρόνο στην Κηφισιά. Και μετά;
«Νιώθω δυνατός και θέλω να συνεχίσω να παίζω. Πρώτα απ’ όλα θέλω να τελειώσει καλά η σεζόν. Ξεκινήσαμε πολύ καλά, τώρα έχουμε πέσει λίγο και μας δυσκολεύει να κερδίσουμε, αλλά έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Αν μπορώ, θα ήθελα να συνεχίσω έναν ή δύο ακόμη χρόνια».