Αυτή τη φορά η μπάλα κύλησε στο χορτάρι όπως ήθελε ο Μεντιλίμπαρ...
Η νίκη του Ολυμπιακού με 2-0 επί του Παναιτωλικού στο «Γ. Καραϊσκάκης» (21/2), είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ζητούσε πριν από τη σέντρα ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ: Μιας αγωνιστικής και ψυχολογικής επανεκκίνησης μετά από τρία... άσφαιρα ματς με ανεπιτυχή αποτελέσματα κάτι που είχε να συμβεί εδώ και 16 χρόνια.
Δεν ήταν απλώς η επιστροφή στα τρίποντα, αλλά η επιστροφή σε μια εικόνα ουσιαστικής κυριαρχίας και αποτελεσματικότητας που είχε χαθεί στα προηγούμενα παιχνίδια. Οι «ερυθρόλευκοι» έβγαλαν ένταση, πλάνο και -γεμάτους- αριθμούς από πλευράς στατιστικής προσέγγισης που επιβεβαιώνουν καθολικό έλεγχο, κλείνοντας μια μικρή, αλλά αγχωτική περίοδο αγωνιστικής «ξηρασίας».
Στα τρία προηγούμενα ματς, ο Ολυμπιακός είχε εμφανίσει σαφή επιθετική δυστοκία: Μηδέν γκολ, καθαρές ευκαιρίες με το σταγονόμετρο και εμφανή σημάδια κόπωσης ή κακού φεγγαριού βασικών παικτών. Η κυκλοφορία ήταν πιο αργή, το πρέσινγκ λιγότερο ασφυκτικό, ενώ η δημιουργία βασιζόταν κυρίως σε ατομικές και με βιασύνη ενέργειες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα απώλειες βαθμών και -ακόμη σημαντικότερο- απώλεια αγωνιστικής αυτοπεποίθησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το παιχνίδι με τον Παναιτωλικό απέκτησε χαρακτήρα «πρέπει», ακόμη κι αν θεωρητικά ανήκε στα βατά της κανονικής περιόδου. Η αντίδραση αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη στατιστική. Ο Ολυμπιακός έκλεισε το ματς με 73% κατοχή, 27 τελικές προσπάθειες, 9 στην εστία, και συνεχείς επαφές μέσα στην αντίπαλη περιοχή. Το εκτιμώμενο Χgoals ξεπέρασε το 2,5, στοιχείο που δείχνει ότι η παραγωγή ευκαιριών ήταν για πολύ πιο ευρεία νίκη, κάτι που επισήμανε στο φινάλε και ο Βάσκος κόουτς.
Το γεγονός ότι το σκορ έμεινε στο 2-0 οφείλεται περισσότερο στην αναποτελεσματικότητα των τελειωμάτων ή την ατυχία του Ταρέμι που ήταν δραστήριος, αλλά όχι εύστοχος και λιγότερο στην αμυντική αντίσταση του Παναιτωλικού.
Η κατανομή των τελικών προσπαθειών είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μεγάλο ποσοστό προήλθε από το «κουτί», μέσα από συνεργασίες και κοψίματα στην πλάτη της άμυνας, κάτι που δείχνει καλύτερη ποιότητα επιθετικής ανάπτυξης. Σε σχέση με τα προηγούμενα ματς όπου υπήρχαν αρκετά μακρινά σουτ με ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας, αυτή τη φορά οι επιθέσεις ολοκληρώνονταν πιο κοντά στο τέρμα. Παράλληλα, οι «ερυθρόλευκοι» είχαν καλό ποσοστό στις πάσες στο επιθετικό τρίτο και σημαντικό αριθμό ανακτήσεων μπάλας ψηλά, αποδεικνύοντας ότι το πρέσινγκ λειτούργησε πιο συγχρονισμένα, μια εικόνα από τα -πιο- παλιά.
Επαιξε ρόλο η φρεσκάδα
Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή εικόνας έπαιξε το ανανεωμένο σχήμα του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ. Ο Βάσκος τεχνικός προχώρησε σε εκτεταμένο ροτέισον, δίνοντας φρεσκάδα, χωρίς, όμως, να χαθεί η συνοχή. Στην άμυνα, ο Καλογερόπουλος άρπαξε την ευκαιρία και στάθηκε αξιοπρεπέστατα στο πλευρό του Λορέντσο Πιρόλα, με τον Ιταλό να εξελίσσεται σε πρωταγωνιστή της βραδιάς. Πέρα από το γκολ με κεφαλιά που άνοιξε το σκορ (σ.σ. πρώτο του με τα ερυθρόλευκα μετά από 55 παρουσίες), είχε κυριαρχική παρουσία στις μονομαχίες, σωστές τοποθετήσεις και σίγουρες μεταβιβάσεις που βοήθησαν το build-up από χαμηλά.
Στον άξονα, το φρέσκο δίδυμο Σιπιόνι – Ντάνι Γκαρθία λειτούργησε ως μηχανισμός ισορροπίας και ανάκτησης. Οι δύο κεντρικοί χαφ κάλυψαν σωστά τους χώρους, περιόρισαν τις μεταβάσεις του Παναιτωλικού και έδωσαν γρήγορη πρώτη πάσα προς το επιθετικό τρίτο. Αυτό επέτρεψε στον Τσικίνιο να κινηθεί μεταξύ των γραμμών και να γίνει ο βασικός οργανωτής: Η ασίστ (από κόρνερ) στο 1-0 ήταν η πιο ξεκάθαρη συμβολή του, αλλά συμμετείχε σχεδόν σε κάθε οργανωμένη επίθεση με κάθετες πάσες και σωστή εναλλαγή ρυθμού όταν χρειάστηκε.
Στα άκρα, οι Νασιμέντο (πρώτο φορά ως αριστερός εξτρέμ) και Αντρέ Λουίς έδωσαν πλάτος και ταχύτητα, ανεβάζοντας τον αριθμό επιθέσεων από τις πτέρυγες, ενώ δημιούργησαν πολλές προϋποθέσεις για σέντρες με ουσία κι όχι στον βρόντο. Στην κορυφή, ο Ταρέμι μπορεί να μην βρήκε δίχτυα, όμως, η παρουσία του ήταν κομβική: Κράτησε μπάλα, κέρδισε μονομαχίες, είχε δοκάρι και δημιούργησε χώρους, χωρίς να δίνει σταθερό σημείο αναφοράς με τη διαρκή του κίνηση. Το γεγονός ότι συμμετείχε ενεργά στο χτίσιμο της ανάπτυξης δείχνει πως η επιθετική λειτουργία πέρασε και μέσα απ' αυτόν, όχι μόνο προς αυτόν.
Το δεύτερο γκολ του Γιαζίτζι στο 89’ είχε περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα. Επιβεβαίωσε την υπεροχή και ανέδειξε ακόμη περισσότερο το βάθος του ρόστερ, από έναν παίκτη που σε κάθε ευκαιρία θυμίζει πως είναι αδικημένος από πλευράς χρόνου συμμετοχής. Σε ένα ματς όπου πολλοί βασικοί χρειάζονταν ανάσες, οι παίκτες που ήρθαν από τον πάγκο κράτησαν την ένταση και τελικά «κλείδωσαν» το νικηφόρο αποτέλεσμα.
Πέρα από την αγωνιστική εικόνα, η χρονική συγκυρία κάνει τη νίκη ακόμη σημαντικότερη. Ο Ολυμπιακός μπαίνει πλέον στην τελική ευθεία της κανονικής περιόδου με τέσσερα παιχνίδια να απομένουν μέχρι το φινάλε και πριν τα Play Off, τα οποία αποκτούν χαρακτήρα διαδοχικών τελικών. Κάθε βαθμός μετρά στη μάχη της κορυφής και για την καλύτερη δυνατή αφετηρία στο μίνι πρωτάθλημα που θα κρίνει τελικά και τον τίτλο, με την ομάδα του Πειραιά να ξέρει αυτό τον δρόμο καλύτερο από κάθε άλλο διεκδικητή.
Πέρα από τους βαθμούς χρειάζεται και διαχείριση
Σε αυτό το πλαίσιο, οι περσινοί νταμπλούχοι χρειάζονται όχι μόνο αποτελέσματα, αλλά και διαχείριση ενέργειας, καθώς το πρόγραμμα παραμένει φορτωμένο και οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις αυξάνουν τη σωματική και πνευματική επιβάρυνση, με επόμενο σταθμό το βράδυ της Τρίτης το Λεβερκούζεν.
Η ουσία είναι ότι απέναντι στον Παναιτωλικό, ο Ολυμπιακός έδειξε σημάδια επιστροφής στη βασική του αγωνιστική ταυτότητα, στις εργοστασιακές ρυθμίσεις του «Μέντι»: Εντονο πρέσινγκ, γρήγορη ανάκτηση, επιθέσεις με πολλούς παίκτες και έλεγχο του ρυθμού μέσω κατοχής. Το 2-0 δεν εντυπωσιάζει ως αριθμός, όμως οι υπόλοιποι δείκτες -τελικές, ποιότητα ευκαιριών, κατοχή και επιθετική παρουσία- παραπέμπουν σε εμφάνιση πολύ πιο γεμάτη κι επιβλητική απ' το τελικό σκορ.
Αν αυτή η εικόνα έχει συνέχεια στα τέσσερα εναπομείναντα παιχνίδια της κανονικής περιόδου, οι «ερυθρόλευκοι» όχι μόνο θα μπουν στα Πλέι Οφ με θέα από την... κορυφή, αλλά θα το κάνουν με την αίσθηση ομάδας που ξαναβρίσκει ρυθμό στην πιο κρίσιμη καμπή της χρονιάς. Και αυτό, συχνά, είναι πιο καθοριστικό ακόμη κι απ' τους ίδιους τους βαθμούς.